Λεύτερα και Δίκαια


Η εξομολόγησή μου

 

ΕΛΕΥΘΕΡΑ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΑ

Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΜΟΥ

ΤΙ ΕΜΟΙ ΚΑΙ ΥΜΙΝ, Ω ΓΥΜΝΟΙ;

Σύγκρυο μ’ έπιασε μόλις πέρασε από το μυαλό μου αυτή η τρομακτική σκέψη. Αναρωτήθηκα ευθύς αμέσως πόσοι και πόσοι ύπουλοι κίνδυνοι μας περιβάλλουν και δεν το παίρνουμε χαμπάρι, πόσοι και πόσοι ελλοχεύουν σε κάθε μας βήμα, κι εμείς, αμέριμνοι, «ανυποψίαστοι κι ωραίοι», περπατάμε και θαυμάζουμε το Hummer που θεία εύνοια της τύχης το ‘φερε να περάσει από μπροστά μας (παρεμπιπτόντως, καλός δημοσιογράφος πρόσφερε προχτές, δίκην εκλεκτού μεζέ, στο πεινασμένο αναγνωστικό του κοινό την πολύτιμη είδηση ότι τον Αύγουστο φέτος πουλήθηκαν 2 Hummer στην Ελλάδα!). Θαυμάζουμε, αλλά ο νους μας ‑ράθυμος και ξεγελασμένος‑ δεν κάνει τον κόπο να σκεφτεί ότι ένα Hummer θα μπορούσε επίσης, αντί από δίπλα μας, να περάσει από πάνω μας, να μας πατήσει (κι είναι και βαρύ, π’ ανάθεμά το!) και να μας στείλει μία και καλή «εν τόπω αναψύξεως». Κι όχι τίποτ’ άλλο, τιμή και δόξα μας τέτοιος θάνατος (Κάτι σαν το: «Τι τιμή στο παλληκάρι, όταν πρώτο στη φωτιά σκοτωθεί για την πατρίδα με τη σπάθα στη δεξιά!». Θα λένε: «Τον πάτησε ένα Hummer!». Για σκεφτείτε να λέγανε: «Τον πάτησε ένα Hyundai Atos…». Δεν θέλω ν’ ακούσω κρυάδες του στυλ: «Άμα πεθάνεις, σε κόφτει το πώς; Σάματις θα έχεις καταλάβει καμιά διαφορά;». Τς, τς, τς! Πεζοί, μεταφορικά και κυριολεκτικά. Εσείς ποτέ σας δεν θ’ αποκτήσετε ένα Hummer, κακομοίρηδες… Εντάξει, σύμφωνοι, είναι καλύτερα το παλληκάρι να μην τη φάει καν τη σπάθα, αλλά ‑άμα του λάχει‑ θα είναι τιμή του να τη φάει δεξιά, όπως θα είναι ντροπή του να τη φάει πισώπλατα!). Λοιπόν, χωρίς άλλη κουβέντα, τιμή και δόξα μας τέτοιος θάνατος, αλλά… Αλλά, αν πας αξομολόγητος; Χμ! εδώ σας θέλω! Αν σας βαστάει, επαναλάβατε τώρα τις κρυάδες σας «τι σε κόφτει κ.λπ.»!

Συγχωρήστε με (παρακαλώ, χωρίς παππά κι εξομολόγηση), παρασύρθηκα από την ταραχή μου κι άρχισα ν’ αραδιάζω άτακτα τις σκέψεις μου, τόσο ανακατεμένα και πρωθύστερα, ώστε δεν σας είπα ακόμα ποια ήταν αυτή η πρωταρχική «τρομακτική σκέψη» που μ’ αναστάτωσε και έγινε αφορμή ν’ ακολουθήσουν όλες οι πλήθος υπόλοιπες. Ας πάρουμε, λοιπόν, τα πράγματα με τη σειρά. Μόνο, ας μου επιτραπεί να… καμουφλαριστώ κατά τη διατύπωση των σκέψεών μου, αποδίδοντας στην αφεντιά μου την ‑μετά συγχωρήσεως να πω‑ ανάλαφρη ιδιότητα του υπαλλήλου ενός Υπουργείου (ας πούμε του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, που φέρνει και λίγο από… Βαλέσα· εξάλλου στην ίδια υπόληψη έχουν κι οι δύο τους, ο Βαλέσας και το Υπουργείο, την αλληλεγγύη!) και απεκδυόμενος το βάρος του «αδιόρθωτου διορθωτή»1, που το κουβαλάω όπως η χελώνα το καβούκι της.

Σήμερα, λοιπόν, το πρωί (με τηνψ όψιμη έννοια, δηλαδή όταν σκάνε μύτη τα απογευματινά φύλλα), καθώς ερχόμουνα στη δουλειά μου, αυτό το τριβέλι του μυαλού μου, που δεν εννοεί στιγμή να μ’ αφήσει ήσυχο, τι λέτε ότι σκαρφίστηκε να εμφυτεύσει στην έρμη την κεφάλα μου και να κάνει το εσωτερικό της να στριφογυρίζει σαν κάδος πλυντηρίου στο στείψιμο. Διαβάστε και… εγερθείτε!

Ο έντυπος καθημερινός μας τρόμος, αναρτημένος στα περίπτερα, στο ύψος των οφθαλμών, μπας και του ξεφύγει κάνας… ανυπότακτος, διαλαλούσε στα πρωτοσέλιδά του το πιάτο της ημέρας. Κατά περίεργο ίσως τρόπο ‑ίσως και όχι‑ μου εντυπώθηκε το μάλλον όχι κύριο έδεσμα, οπωσδήποτε όχι το πιο σημαντικό: η κόντρα μεταξύ Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Τρισγεμάτων (Παγκαριών, ας πούμε), αφενός, και Εκκλησίας, αφετέρου, για την εξομολόγηση των μαθητών μέσα στα σχολεία. Ενστικτωδώς κατά κάποιο τρόπο (κάτι σαν το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, αν και αυτό, για τους ανθρώπους της Εκλυσίας, ξεκινάει από την όντως αυτοσυντήρηση, αλλά δεν περιορίζεται σ’ αυτήν· καλύπτει επίσης την αυτού εξασφάλιση σκανδαλώδους ευωχίας ‑οπότε μάλλον περί διαστροφής παρά περί ενστίκτου ο λόγος‑ και δεν γνωρίζει όρια απληστίας και απανθρωπιάς· είναι σαν το δικαίωμα αυτοάμυνας των ιμπεριαλιστών: γνωρίζετε αυτουνού τα όρια;), μου πέρασε τότε η σκέψη πως πηγαίνω στο Υπουργείο, όπου… όπου ‑το διανοείσθε;‑ δεν υπάρχει εξομολογητής! Φοβερό και τρομερό! Τι θα γίνει, σκέφτηκα, αν κάποιος θελήσει να πάρει άφεση αμαρτιών εν ώρα υπηρεσίας; Θα πρέπει να πάει σε κάποια εκκλησία, προφανώς σε κάποια κοντινή· αποκλείεται να μη βρει κάποια σε ακτίνα πεντακοσίων‑εξακοσίων μέτρων· έχει ληφθεί, ευτυχώς, μέριμνα γι’ αυτό. Ναι, αλλά η Δευτέρα Παρουσία ξέρουμε πότε θα έλθει; Όχι, βέβαια! Μπορεί να έλθει ανά πάσα στιγμή! Οπότε, τι θα γίνει αν ο χριστιανός (ε, φυσικά, γι’ αυτόν μιλάμε, δεν μιλάμε για τον αλλόθρησκο ή τον άθρησκο· αυτός, πριν από την αμαρτία στην οποία ενδεχομένως υπέπεσε, διέπραξε ένα ολέθριο και ασυγχώρητο σφάλμα, δεν ξέρω ακριβώς ποιο, αλλά μάλλον ένα εκ των δύο: είτε να μη… συνταχθεί τω Χριστώ είτε να ζει σ’ αυτή τη χώρα που τρεις λαλούν και δυο χορεύουν κι είναι κι οι πέντε τους παππάδες), επαναλαμβάνω, τι θα γίνει αν ο χριστιανός δεν προλάβει να φτάσει στην εκκλησία, αλλά τον προλάβει αξομολόγητο η φοβερή Ημέρα της Κρίσεως; Κι αυτό εξαιτίας της ολιγωρίας της εκκλησίας, πρωτίστως, να μεριμνήσει για τη σωτηρία της ψυχής του ποιμνίου της, και του υπουργείου, δευτερευόντως, να αξιώσει από την εκκλησία την κάλυψη των υπαλλήλων του έναντι ενός τόσο σοβαρού κινδύνου. Πολλώ μάλλον, καθ’ όσον αφορά το συγκεκριμένο υπουργείο, από τη στιγμή που κατά κοινή ομολογία σ’ αυτό ενδιαιτούν ποικιλόμορφα τρωκτικά, αρπακτικά, ασπόνδυλα και άλλα είδη της δημοσιοϋπαλληλικής πανίδας (πιράνχας, λυμεώνες, ποντικοί, αρουραίοι, ασπάλακες, κοψομεσιασμένοι, σκουλήκια, γυμνοσάλιαγκες, φίδια, αγριόγατες, όρνεα, κοριοί [ψόφιοι, κυρίως], κοπρόσκυλα, πάπιες, μπούφοι, Νικήτες κ.λπ.), τα οποία είναι υποχρεωμένα, ένεκα της υπηρεσίας και διά την υπηρεσίαν, να “διαχειρίζονται” χίλιους μύριους πειρασμούς κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ‑λέμε τώρα. Ε, και πάνω στη “διαχείριση” αυτή, μερικές φορές γίνεται η στραβή ‑ανθρώπινον γαρ, (ξανα)λέμε τώρα‑ και η διαχείριση δεν προκύπτει απολύτως… χρηστή, αλλ’ ίσως… χρήσιμη (για τους διαχειριστές, βεβαίως, βεβαίως). Τι να κάνουμε; Δηλαδή, τι να κάνουμε εμείς; Διότι η εκκλησία είναι πασιφανές, όχι τι να κάνει, αλλά τι έπρεπε να μην είχε παραλείψει να κάνει: έπρεπε να είχε φροντίσει να υπάρχουν εξομολογητές! Εξομολογητές έπρεπε να υπήρχαν σε κάθε εργασιακό χώρο με κάποιο πλήθος απασχολουμένων (υπουργεία, εργοστάσια κ.λπ.), ιδίως μάλιστα όπου οι εργαζόμενοι είναι εκτεθειμένοι λόγω του αντικειμένου της εργασίας τους στους πειρασμούς του οξαποδώ. Προσφυώς, βεβαίως, έχει πράξει η εκκλησία και σε αγαστή ‑ανέκαθεν, δυστυχώς, και αδιαρρήκτως μέχρι σήμερα, όπως διαπιστώνουμε και εσχάτως‑ συνεργασία με την πολιτεία, ειδικότερα με το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Μυθευμάτων, έχει εξασφαλίσει την εξομολόγηση μέσα στον χώρο του σχολείου για τις ανάγκες των μαθητών. Αυτήν επιχειρεί τώρα το αρμόδιο υπουργείο ‑άκουσον, άκουσον!‑ να εξοβελίσει, αδιαφορώντας για το ενδεχόμενο παιδικές ψυχές που έχουν αμαρτήσει να ευρεθούν προ του φοβερού βήματος του Κυρίου μη κεκαθαρμένες, διότι, εγκλωβισμένες στον περίβολο του σχολείου, δεν είχαν τη δυνατότητα ή δεν πρόλαβαν ‑πρόλαβε και πρόβαλε ξαφνικά ο Κύριος‑ να λάβουν άφεση αμαρτιών!

Καλά ‑τρόπος του λέγειν‑ τα παραπάνω. Εννοώ ότι είναι μεν λίαν ανησυχητικά και εγρήγορσης προκλητικά, πλην είναι λίαν σαφή και κατανοητά. Έλα, όμως, που το τριβέλι του μυαλού μου θέλει να διεισδύσει πιο βαθειά! Και τότε φέρνει στην επιφάνεια καινούργιες, δεύτερες σκέψεις. Οι δεύτερες σκέψεις, όπως συνήθως συμβαίνει, θέτουν υπό αμφισβήτηση τις πρώτες, γεννούν ερωτήματα, περιπλέκουν ό,τι προς στιγμή νόμιζα πως είχε ξεκαθαρίσει. Ζιζάνια θαρρείς, δεν διστάζουν ακόμα και να πνίξουν τις πρώτες, να τις αναιρέσουν.

Σκέφτηκα, λοιπόν, στη συνέχεια πως η εκκλησία δεν είναι όποιος κι όποιος ‑αν είναι δυνατόν, θεός φυλάξοι! Σ’ αυτόν τον κολοσσιαίο οργανισμό (αν τη δούμε από διοικητική άποψη, διότι σαφώς δεν είναι μονάχα οργανισμός η εκκλησία, όπως και δεν υπάρχει μονάχα η διοικητική πλευρά της· ούτε καν η πλευρά αυτή είναι η σημαντικότερη, κάθε άλλο) τίποτε δεν είναι αφημένο στην τύχη, ούτε καν στη… θεία πρόνοια ή στην… επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος! Τι λέμε τώρα, συμφέροντα είναι αυτά. Αν αφήνανε την προάσπισή τους σ’ αυτές τις… αόρατες επουράνιες (τρέχα γύρευε…) δυνάμεις, θα τους έπαιρνε ο… διάολος (εμείς, δηλαδή· ο λαός). Έτσι, εμπιστεύονται άλλες δυνάμεις, γήινες, ορατές, χειροπιαστές και σίγουρες. Νομικούς, οικονομολόγους, κοινωνιολόγους, δημοσιοσχεσίτες, τεχνοκράτες και κάθε λογής κοσμικούς συμβούλους. Δεν προκαλεί σε κανέναν έκπληξη, άλλωστε, το γεγονός ότι ο στρατός και η εκκλησία συναγωνίζονται αλλήλους (ε, καλά τώρα, ας μην ξεστρατίσουμε και δολιχοδρομήσουμε σε άλλες ατραπούς ατελεύτητων σκέψεων, όπως «συμπληρώνουν αλλήλους» ή «σε τι διαφέρουν;» ή «πόσες φορές έχουν πάει χέρι‑χέρι…» ή…) σε οργάνωση και πειθαρχία και, πράγματι, αποτελούν τα πλέον οργανωμένα και πειθαρχημένα τμήματα της κοινωνίας. Είναι δυνατόν, άραγε, να δικαιολογηθεί σ’ έναν τέτοιον οργανισμό μια τόσο εξόφθαλμα εσφαλμένη επιλογή, διαπορώ και εξίσταμαι. Είναι δυνατόν η εκκλησία να έχει φροντίσει, με τη διάθεση εξομολογητών στα σχολεία, για τη σωτηρία της ψυχής των μαθητών, δηλαδή αυτών που κατά τεκμήριο ‑εξαιρουμένων των… βρεφών και των… νηπίων‑ είναι οι πλέον άσπιλοι και αμόλυντοι μεταξύ των ανθρώπων, και να έχει αμελήσει να παράσχει ανάλογη συνδρομή σε τομείς στους οποίους υπάρχει απείρως μεγαλύτερη χρεία; Είναι δυνατόν η εκκλησία να μεριμνά για έναν χώρο όπου τιτιβίζουν κατά τεκμήριο ‑άντε, κατά συντριπτική πλειονότητα‑ αθώες παιδικές φωνές και να αδιαφορεί για άλλους χώρους όπου κρώζουν τα όρνεα της αρπαχτής και γογγύζουν τα θύματά τους, όπου ο ένας εις βάρος του άλλου, δι’ ίδιον όφελος, δεν ορρωδεί προ ουδεμιάς ανομίας ή παλιανθρωπιάς (αμαρτίας, αν προτιμάτε): υποβλέπει, διαβάλλει, συκοφαντεί, σπιλώνει, προπηλακίζει, εξαπατά, κλέβει, δωροδοκεί, εκβιάζει, εξοντώνει, εκμηδενίζει, βιάζει, σκοτώνει… Κοινώς, χώροι όπου ο ένας βγάζει το μάτι τ’ αλλουνού, όπως υπαργεία, απραγεία, αρπαγεία, υφαρπαγεία, μεΓΑΛΑ μονοπώλια, ανεξάρτητα αρχίδια (σ.σ.: υποκοριστικό του αρχή), τυφλά διχαστήρια, μεγαλόσχημα σώματα έμπλεων χολής επιρρεποθυτών κι άλλα βαρύγδουπα σώματα δοκησίσοφων πηρεποθητών, ΜΜΕ (Μέσα Μαζικού Εκμαυλισμού) κ.λπ. Πώς είναι δυνατόν η εκκλησία να έχει οδηγηθεί σ’ ένα τόσο κραυγαλέο λάθος; Αλλά ακόμη, σκέφθηκα, πώς είναι δυνατόν να διαφεύγουν την προσοχή της εκκλησίας χώροι, όπως πλοία, τρένα και αεροπλάνα, όπου ο πιστός της, από ευνόητο λίγο‑πολύ φόβο, είναι εύλογο να αναζητεί την κάθαρση της ψυχής του, ώστε να έχει τακτοποιημένα τα πεπραγμένα της εφήμερης αυτής ζωής του εν όψει του απευκταίου ενδεχομένου αυτή η ζωή να αποδειχθεί… περισσότερο εφήμερη απ’ όσο θα ανέμενε (και θα ήθελε)… Επίσης, σκέφθηκα, πώς είναι δυνατόν η εκκλησία, ενώ, όπως η ίδια διατείνεται, έχει ως μέλημά της τη σωτηρία του ποιμνίου της και προτρέπει αυτό «μη τω ύπνω κατενεχθή και της βασιλείας έξω κλεισθή», ταυτόχρονα αυτή η ίδια να καθεύδει ‑μεταφορικώς και κυριολεκτικώς‑ μακαρίως; Δηλαδή, πώς είναι δυνατόν τις νυκτερινές ώρες οι εκκλησίες να είναι κλειστές και να μην υπάρχει πρακτικά η δυνατότητα εξομολόγησης; Δεν θα έπρεπε να υπήρχαν διανυκτερεύοντες οίκοι του θεού και πνευματικοί υπηρεσίας; Πολλώ μάλλον που τη νύχτα κατ’ εξοχήν, και όχι την ημέρα, διαπράττονται οι μεγαλύτερες ασωτίες και αίσχη ‑και όχι μόνο από τον κόσμο της νύχτας… Τι συμβαίνει, λοιπόν; Σφάλλει η εκκλησία ή όχι; Και αν δεν σφάλλει, πώς εξηγείται αυτή η συμπεριφορά της;

Σφάλματα υπάρχουν δύο ειδών: τα τυχαία και τα συστηματικά. Εάν κάποια ενέργεια, συμπεριφορά, έκφανση ή εκδήλωση ενός ατόμου ή μιας συλλογικής οντότητας φαίνεται εκ πρώτης όψεως εσφαλμένη, αλλά περαιτέρω διερεύνηση αποκλείει την κατάταξή της τόσο στην κατηγορία του τυχαίου σφάλματος όσο και του συστηματικού, τότε ασφαλώς δεν πρόκειται περί σφάλματος, περί αστοχίας. Πρόκειται περί αποτελέσματος ορθής επιλογής, της οποίας, επομένως, η αιτιολόγηση υφίσταται, πλην δεν είναι εμφανής σε πρώτη προσέγγιση. Άρα αναζητητέα.

Συμφώνα με τα παραπάνω, λοιπόν, αντί του ερωτήματος «σφάλλει η εκκλησία με τη στάση της αυτή;» εξετάζουμε το ισοδύναμό του «η στάση αυτή της εκκλησίας συνιστά σφάλμα;». Έχοντας δε ως δεδομένο ότι κάθε σφάλμα είναι αποκλειστικώς είτε τυχαίο είτε συστηματικό, το ανωτέρω ερώτημα ισοδυναμεί με το ζεύγος ερωτημάτων: «η στάση αυτή της εκκλησίας συνιστά τυχαίο σφάλμα;», το πρώτο, και «η στάση αυτή της εκκλησίας συνιστά συστηματικό σφάλμα;», το δεύτερο. Θετική απάντηση σε οποιοδήποτε από τα δύο ερωτήματα του ζεύγους (οπότε αρνητική στο άλλο ερώτημα) συνεπάγεται ότι η εκκλησία σφάλλει και, άρα, από μέρους μας… τελειώσαμε. Δεν έχουμε ούτε να διερευνήσουμε τίποτε περαιτέρω ούτε να πράξουμε κάτι εμείς. Η εκκλησία έχει (να διορθώσει το σφάλμα της), οπότε, αφού αυτή έχει τα γένια, ας βρει και τα χτένια. Αν όμως η απάντηση είναι αρνητική και στα δύο ερωτήματα, αν δηλαδή διαπιστώσουμε ότι ούτε τυχαίο ούτε συστηματικό σφάλμα υπάρχει εν προκειμένω, τότε η εκκλησία δεν σφάλλει. Αντίθετα, ορθώς πράττει, ενσυνειδήτως ενεργεί και, άρα, αυτή μεν ουδεμία αστοχία, ελάττωμα ή παράλειψη ‑ως μη υπάρχοντα‑ καλείται να θεραπεύσει, εμείς δε καλούμαστε ‑εφόσον μας ενδιαφέρει‑ να ερμηνεύσουμε τη στάση της και να αναζητήσουμε τα αίτια και τα κίνητρα αυτής.

Όπως εύκολα γίνεται αντιληπτό, στην προκειμένη περίπτωση η πιθανότητα να είμαστε αντιμέτωποι με τυχαίο σφάλμα πρέπει να αποκλεισθεί. Συν τοις άλλοις, διότι δεν πρόκειται για μεμονωμένα περιστατικά, εμφανιζόμενα χρονικά και τοπικά απροσδοκήτως ‑δηλαδή χωρίς να διέπονται από κάποιον κανόνα, σχέση αιτίου και αιτιατού. Κάθε άλλο· αποτελούν πάγια συμπεριφορά της εκκλησίας, η οποία ασφαλώς, ως πάγια, έχει τους λόγους της, την εξήγησή της. Μήπως τότε έχουμε να κάνουμε με σφάλμα συστηματικό; Μήπως, δηλαδή, οι λόγοι αυτής της στάσης οφείλονται σε κάποια ανεπάρκεια του συστήματος διοίκησης και λειτουργίας αυτού του οργανισμού; Ή, υπό άλλη διατύπωση, μήπως η εκκλησία θέλει, εμπίπτει στους στόχους της, να προσφέρει στους πιστούς της την υπηρεσία της εξομολόγησης, αλλά είτε αδυνατεί να ανταποκριθεί στην έκταση και την ένταση των σχετικών αναγκών είτε για κάποιο λόγο δεν έχει αντιληφθεί ότι παρέχει πλημμελέστατα την υπηρεσία της εξομολόγησης, τόσο σε σχέση με τις ανάγκες των πιστών της, αφήνοντας μάλιστα ακάλυπτους καίριους τομείς ή κρίσιμες περιστάσεις, όσο και ως προς το περιεχόμενο και τον χαρακτήρα αυτής καθαυτήν της εξομολόγησης; Μ’ αυτό το τελευταίο ‑περιεχόμενο και χαρακτήρας της εξομολόγησης‑ εννοώ ότι, αν έχω καλώς αντιληφθεί τα της χριστιανικής θρησκείας (αν και δεν είναι “προνόμιο” μονάχα της χριστιανικής ή της όποιας θρησκείας η διαδικασία της εξομολόγησης· υπάρχει και εκτός θρησκείας και αποτελεί ανθρώπινη ανάγκη), η εξομολόγηση δεν μπορεί να περιορίζεται στον παθητικό ρόλο της συγχώρεσης, δεν είναι απλώς και μόνο κάτι σαν γομολάστιχα. Ο περιορισμός αυτός εξευτελίζει τη λειτουργία της εξομολόγησης, την αποστεώνει από τον κύριο χαρακτήρα της, τον διδακτικό, διαπαιδαγωγικό, καθοδηγητικό. Χώρια που τότε είναι φυσικό να εμφιλοχωρεί, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ο υπολογισμός και η υστεροβουλία… Δεν θα πρέπει να αισθάνεται ιδιαίτερα υπερήφανη η εκκλησία να στέλνει τους πνευματικούς της να “εξομολογήσουν” (ή μόνο να “κοινωνήσουν”;) ετοιμοθάνατους πιστούς της, οι οποίοι ‑κατά το πλείστον(;)‑ δεν είχαν στη ζωή τους ποτέ προστρέξει στην εκκλησία γι’ αυτό που τώρα σπεύδουν ‑οι ίδιοι, αν βρίσκονται βιολογικά σε κατάσταση τέτοια, ώστε να έχουν γνώμη, βούληση και επικοινωνία(…), ή οι οικείοι τους για λογαριασμό των ιδίων σε εναντία περίπτωση (τρέχα γύρευε… ή, μάλλον, πάει γάντι: στείλε, παππούλη, την ευχή σου…).

Ε, λοιπόν, ντροπή σας, δεσποτάδες μας! Φαρισαίοι και υποκριτές, άλλη μία φορά! Δεν πείθετε ότι η εκκλησία (σας) έχει ως μέλημά της τη σωτηρία της ψυχής των πιστών της. Όχι! Άλλο είναι το κύριο μέλημά της· είναι το ίδιο με το δικό σας το κύριο μέλημα (ξέρετε πολύ καλά ποιο), διότι ακριβώς την εκκλησία (σας) την έχετε σκαρώσει κατ’ εικόνα και ομοίωσή σας (απλοελληνιστί: την εκκλησία σας τη φτιάξατε σαν τη μούρη σας, ξεδιάντροποι!), εκμεταλλευόμενοι ανθρώπινες ανάγκες, τις οποίες, τάχατες, μονάχα εσείς, μονάχα η δική σας εκκλησία και η δική σας θρησκεία (το πρώτο μονοπώλιο στην ιστορία) έχει το προνόμιο να υπηρετεί. Λες και οι άλλες θρησκείες είναι… πεπλανημένες ή… υποδεέστερες ή… ειδωλολατρικές(!;) ή δεν ξέρω τι άλλες σάχλες κι αηδίες είσαστε ικανοί να εκστομίζετε. Λες, ακόμη, και δεν μπορούν αυτές οι ανάγκες των ανθρώπων για τις οποίες οι πιστοί προστρέχουν στους θεούς τους, να ικανοποιηθούν εκτός θρησκείας, χωρίς τη συνδρομή μεταφυσικών δυνάμεων, χωρίς θεούς, δαίμονες, λιβάνια και παππάδες. Αλλά τέτοιες σκέψεις είναι κατ’ εσάς εξοβελιστέες στο πυρ το εξώτερον. Ξέρετε τι κάνετε. Αυτές οι σκέψεις θέτουν εν αμφιβόλω την αναγκαιότητα ύπαρξης (διάβαζε: επιβολής) της εκκλησίας σας, της θρησκείας σας, υμών των ιδίων, προ παντός. Διότι στην πραγματικότητα, ενώ ο άνθρωπος δημιούργησε τη θρησκεία, εσείς τη σφετεριστήκατε και τη θέσατε στην υπηρεσία σας. Ετσι ώστε, όταν μιλάτε για τη θρησκεία ή την εκκλησία, τις λέξεις αυτές τις χρησιμοποιείτε σαν προπέτασμα καπνού. Τον εαυτό σας υπονοείτε, αλλά… πώς να το πείτε; Λέγεται; Εσείς, λοιπόν, δεσποτάδες μου, κύριο μέλημά σας ‑όπως πολύ καλά γνωρίζετε‑ έχετε την άσκηση εξουσίας, κοσμικής ασφαλώς, σε αγαστή συνεργασία με τους εκάστοτε κυβερνήτες μας (Οθωμανούς, Βαυαρούς, Γερμανούς, Έλληνες, βασιλιάδες, δικτάτορες, βασανιστές, δωσιλόγους…). Κύριο μέλημά σας είναι το σαρκίον σας και ο μαμωνάς. Γι’ αυτό και η διαπλοκή σας με την εκάστοτε άρχουσα τάξη, γι’ αυτό και ο μεθοδευμένος εξανδραποδισμός των «δούλων» σας. Γι’ αυτό και διαρρηγνύετε τα ιμάτιά σας να μη φύγουν από τον χώρο των σχολείων τα σκιάχτρα2 σας, σαν τάχατες να σας κόφτει η σωτηρία της ψυχής των μαθητών, ενώ στην πραγματικότητα άλλο ενδιαφέρον έχετε: πώς να εθίσετε τις νεανικές υπάρξεις στην παρουσία σας παντού και πάντα, ώστε να θεωρούν ότι είναι κάτι φυσιολογικό ή, μάλλον, αναγκαίο και απαραίτητο· να μην περάσει, αν είναι δυνατόν, από το μυαλό τους ποτέ η “ανατρεπτική” (των σχεδίων σας, της εξουσίας σας) και “ολέθρια” (για τα συμφέροντά σας) ιδέα ότι μπορούν να γίνουν τα πράγματα και χωρίς εσάς, ότι ο ‑όποιος‑ θεός δεν χρειάζεται μεσάζοντες, και μάλιστα σαν εσάς. Όχι, δεν πρέπει να αφήσετε έδαφος να φυτρώσουν και να αναπτυχθούν τέτοιες ιδέες! Όχι! Και στη γέννηση εσείς, και στον θάνατο εσείς, και στον γάμο εσείς, και στο καινούργιο σπίτι εσείς, και στο καινούργιο κατάστημα εσείς, και στο καινούργιο αυτοκίνητο εσείς, και στην έναρξη του σχολικού έτους εσείς, και στο ξεκίνημα της ποδοσφαιρικής περιόδου της ομάδας εσείς, και στον πόλεμο εσείς, και στην ειρήνη εσείς. (Τίποτα, μα τίποτα πια, να μη μπορεί να γίνει χωρίς εσάς;) Ευλογείτε τα όπλα, τα κανόνια, τα αεροπλάνα, τους πυραύλους, τις βόμβες, να σκοτώνουν. Ευλογείτε τα χωράφια να καρπίζουν. Ευλογείτε τα σύννεφα να φέρνουν βροχή. Ευλογείτε τα κύματα να γαληνεύουν. Ευλογείτε τις ακρίδες να φεύγουν (ή να ψοφούν). Ευλογείτε την κοιλιά της γυναίκας να τεκνοποιεί, το πόδι, το συκώτι, τα άντερα, το κεφάλι, την καρδιά, να γιαίνουν. Και να σου αναθήματα σχετικά πλην… σεμνά (σεμνότυφα, μάλλον)! Δεν θα δείτε, για παράδειγμα, ανάθημα να αναπαριστά το ανδρικό μόριο! Ένα τέτοιο αρχαίο μαρμάρινο ανάθημα (γλύτωσε από σας στη Δήλο) η εκκλησία, σε επίσημη ιστοσελίδα της, ειρωνεύεται, χλευάζει και λοιδορεί. Βέβαια, εσείς άσπιλοι και αμόλυντοι πανιερώτατοι (αν διαβάσατε «πονηρότατοι», δεν έχετε κάνει λάθος) μήπως έχετε πουθενά μέτρο (ούτε καν της γελοιότητάς σας), μήπως γνωρίζετε κανέναν φραγμό (όπως, ας πούμε, του θράσους σας) ή μήπως αναγνωρίζετε ότι υπάρχουν ‑ανεξάρτητα από τη βουλιμία σας, πώς να το κάνουμε;‑ όρια; Όχι, όχι, όχι! Αν η πραγματικότητα δεν σας βολεύει, τόσο το χειρότερο γι’ αυτήν. Εσείς, δεινοί Προκρούστηδες, θα την φέρετε οπωσδήποτε στα μέτρα σας. Έτσι έχετε υψώσει εαυτούς σε δυσθεώρητα ύψη (ε, φοράτε και μια μίτρα για βοήθεια ‑ένδειξη ανασφάλειας ή μελετημένο τρικ;), λησμονώντας τη ρήση του ευαγγελίου «ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται». Τι μπορεί, λοιπόν, να σας συγκρατήσει; Γιατί, επομένως, να μην έχετε ‑τι λέμε τώρα!‑ το ηθικό και πνευματικό ανάστημα (έτσι που φουσκώνετε κιόλας, μπερδεύοντας ‑είναι αλήθεια· έξις δευτέρα φύσις γαρ‑ το πνεύμα με το σώμα, και μάλιστα με το δικό σας απεχθές, σαπιοκοιλιάδες) να κρίνετε τους αρχαίους Έλληνες και την αρχαία Ελλάδα (θρησκευόμενο και μη απλό άνθρωπο, διανόηση, φιλοσοφία, τέχνη, επιστήμη, γραμματεία, θρησκεία, τα πάντα); Αλήθεια, πόσο χρειάζεται να έχει αποκτηνωθεί κανείς, ώστε ειρωνεύεται και να λοιδορεί αυτά που πιστεύουν (ή πίστευαν) άνθρωποι που ανήκουν (ή ανήκαν) σε άλλα δόγματα; Αυτό πια κι αν είναι ύβρις…

 

Αυτή είναι η εξομολόγησή μου, συνάνθρωποι. Χωρίς τη μεσίτευση της Α.Ε.3 της εκλυσίας και των λεπρουργών της! Μακριά από δαύτους! Όσο αγαπώ (πολύ!) τους ανθρώπους άλλο τόσο μισώ τους παλιανθρώπους, τους απανθρώπους, αυτούς ιδιαίτερα που παραπλανούν καμουφλαρισμένοι πίσω από ανθρώπινη όψη‑προσωπείο. Δεν ζητώ συγχώρεση για το μίσος μου προς αυτούς· ζητώ συγχώρεση για εκείνες τις φορές που τους συμπεριφέρθηκα ενδοτικά ή ανεκτικά ή επιεικώς4. Μισώ επειδή αγαπώ! Ούτε θα μπορούσα, ούτε το θέλω, ούτε το βρίσκω σωστό να γίνει αλλιώς! (Ο αδιόρθωτος διορθωτής που λέγαμε… Ενέσκηψε ξανά, αν βέβαια υποτεθεί ότι με είχε, μας είχε ποτέ εγκαταλείψει… και μάλιστα έχοντας επιτρέψει ‑αν είναι δυνατόν!‑ τη θέση του να την καταλάβει ένας δύσμοιρος υπάλληλος υπουργείου…). Έχω, Ναζωραίε, την απάντηση στα λόγια σου: «Ἀλλὰ ὑμῖν λέγω τοῖς ἀκούουσιν· ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν, καλῶς ποιεῖτε τοῖς μισοῦσιν ὑμὰς (…) καὶ εἰ ἀγαπᾶτε τοὺς ἀγαπῶντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ τοὺς ἀγαπῶντας αὐτοὺς ἀγαπῶσι» (κατά Λουκάν, κ.6, ε.27 & 32), με τα οποία προτρέπεις όσους σε ακολουθούν να αγαπούν τους εχθρούς τους και να ευεργετούν αυτούς που τους μισούν, ειδάλλως δεν θα διαφέρουν από τους αμαρτωλούς. Αλλά η διαφορά μεταξύ εναρέτων και αμαρτωλών έγκειται στην ουσία και όχι στο επιφαινόμενο: έγκειται στο ποιους αγαπάει (αν αγαπάει ο αμαρτωλός…) και, κυρίως, στο τι (αγαθό, αρετή, αξία, ιδανικό) αγαπάει ο καθένας! Κι ακόμη, στο από ποιους και γιατί αγαπιέται…

Λευτέρης‑Δικαίος Παπαδέας

7 Σεπτεμβρίου 2006    

Σημειώσεις:

1.   http://l-d-papadeas.webnode.com/about-us/

2.   «Εμείς κρατάμε όλη τη γης μες στ’ αργασμένα μπράτσα και σκιάχτρα στέκουνται οι Θεοί κι αφέντη έχουνε φάτσα», Επιτάφιος Γ. Ρίτσου.

3.   Ανώνυμης Εταιρείας

4.   Αχ, βρε Αδάμ Ρεγκούζα! Το ξέρω, αυτό το κείμενό μου είχες κατά νου, όταν έπλαθες εκείνο το εκπληκτικό «επιεικά»· για να το χρησιμοποιήσω εδώ και να ταιριάζει με τα «ενδοτικά» και «ανεκτικά» (δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, ότι κι εσύ τότε για ενδοτικά και ανεκτικά πράγματα μιλούσες ‑αν και… κάπως διαφορετικά, είναι αλήθεια), αλλά εγώ… αδιόρθωτος διορθωτής!



© 2008 All rights reserved